μεστώνω


μεστώνω
[мэсгоно] р. созревать

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "μεστώνω" в других словарях:

  • μεστώνω — μεστώνω, μέστωσα, μεστωμένος βλ. πίν. 3 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • μεστώνω — (ΑM μεστῶ, όω) [μεστός] γεμίζω κάτι εντελώς («πρὶν ὀργῆς καὶ με μεστῶσαι», Σοφ.) νεοελλ. 1. (για καρπούς) κάνω κάτι μεστό, εύσαρκο ή χυμώδες, τό κάνω να ωριμάσει, τό σχηματίζω πλήρως («ο ήλιος μέστωσε τα στάχια») 2. (για καρπούς) ωριμάζω, γίνομαι …   Dictionary of Greek

  • μεστώνω — μέστωσα, μεστωμένος 1. μτβ., κάνω κάτι μεστό, ωριμάζω: Η συκιά μέστωσε τους καρπούς της. 2. αμτβ., γίνομαι μεστός, ώριμος: Μέστωσε και παίρνει σωστές αποφάσεις …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μέστωμα — το (Α μέστωμα) [μεστώνω] η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού μεστώνω, πλήρωση, γέμισμα νεοελλ. 1. (για καρπούς και δημητριακά) ωρίμαση, ωριμότητα, γίνωμα («το μέστωμα τού καλαμποκιού») 2. μτφ. η πάχυνση αρχ. αφθονία, πλησμονή …   Dictionary of Greek

  • αδρύνω — (Α ἁδρύνω) (Ν και ἁδρένω) μεστώνω, ωριμάζω, μεγαλώνω αρχ. κάνω κάτι να ωριμάσει. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἁδρὸς. ΠΑΡ. αρχ. ἅδρυνσις, ἁδρυντικός] …   Dictionary of Greek

  • ακάρπωτος — η, ο (Α ἀκάρπωτος, ον) αυτός που δεν παράγει καρπούς, ο άγονος νεοελλ. αυτός που δεν έχει μεστώσει «ακάρπωτα κουκιά» ΙΙ αρχ. 1. αδούλευτος, ακαλλιέργητος («ἀκάρπωτος γῆ», Θεόφρ.) 2. ανώφελος, μάταιος «νίκας ἀκάρπωτον χάριν» (Σοφ. Αί. 176) 3. ο… …   Dictionary of Greek

  • ακμάζω — (Α ἀκμάζω) 1. βρίσκομαι σε ακμή, σε πλήρη άνθηση 2. ανθώ, ευημερώ, ευδοκιμώ νεοελλ. (για πρόσωπα) βρίσκομαι στην πιο δημιουργική φάση τής ζωής μου, στην ωριμότητά μου «ο ποιητής άκμασε στα μέσα τού 5ου αιώνα» αρχ. 1. (για πρόσωπα) βρίσκομαι σε… …   Dictionary of Greek

  • αμέστωτος — η, ο [μεστώνω] αυτός που δεν μέστωσε (ακόμη) ή που δεν μπορεί να μεστώσει …   Dictionary of Greek

  • αναμεστώνω — (Α ἀναμεστῶ, όω) [ἀνάμεστος] γεμίζω κάτι εντελώς νεοελλ. 1. (και μτφ.) μεστώνω, ωριμάζω 2. παχαίνω, «γεμίζω» …   Dictionary of Greek

  • τελειώνω — τελειῶ, όω, ΝΜΑ, και τελεῶ Α [τέλειος] φέρνω εις πέρας, περατώνω, συμπληρώνω, ολοκληρώνω κάτι (α. «τελείωσε τις σπουδές του στο εξωτερικό» β. «τελειώσω αὐτοῡ τὸ ἔργον», ΚΔ γ. «τελειώσαντες τὰς σπονδάς», Θουκ.) νεοελλ. 1. (μτβ.) καταναλώνω εξ… …   Dictionary of Greek